3 χέρσος


χέρσος

(I)
ἡ, ΝΜΑ, και αττ. τ. χέρρος Α
η στεριά, η ξηρά, σε αντιδιαστολή προς τη θάλασσα (α. «η χέρσος αποτελεί το ένα τρίτο, σχεδόν, τής υδρογείου» β. «...τὴν θάλασσαν εἰκονίζετο ὅτε καὶ τὴν γείτονα χέρσον...», Θεοφύλ. Σ.
γ. «κατὰ χέρσον οὺχὶ ναΐ», Ευρ.
δ. «κῡμα... χέρσῳ ῥηγνύμενον... βρέμει», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. (η δοτ. εν. ως επίρρ.) χέρσῳ
πάνω στην ξηρά ή διά ξηράς
2. φρ. «ἀφανὴς χέρσος» — το βασίλειο τού Άδη (Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. χέρσος ανάγεται, κατά την επικρατέστερη άποψη, στην ΙΕ ρίζα *gher(s)- «παγώνω, γίνομαι σκληρός, φρίττω» (πρβλ. αρχ. ινδ. harsate «σκληραίνω, ορθώνομαι», λατ. horreo «φρίττω», hirsutus «ξηρός, τραχύς», βλ. και λ. χήρ). Η σύνδεση τής λ. με τους τ. ξερόν*, ξηρός*, σχερός* δεν θεωρείται πιθανή].
————————
(II)
-α, -ο / χέρσος, -ον, ΝΜΑ, και λόγ. τ. θηλ. -ος Ν, πιθ. τ. θηλ. -η ή -α Α
1. (για τόπο) ακαλλιέργητος, αυτός που δεν έχει καλλιεργηθεί ή ο άγονος, που δεν μπορεί να καλλιεργηθεί (α. «χέρσο χωράφι» β. «χέρσου τῆς γῆς ἀφειμένης», Δίον. Αλ.
γ. «στύφλος δὲ γῆ καὶ χέρσος», Σοφ.)
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ξηρά, σε ηπειρωτική περιοχή, σε αντιδιαστολή προς τη θάλασσα ή προς τα νησιά (α. «η Γερουσία τής Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» β. «Εὐρώπαν ποτὶ χέρσον», Πολυδ.
γ. «Κυκλάδας ἐποικήσουσι νησαίας πόλεις χέρσους τε παράλους», Ευρ.)
αρχ.
1. ξηρός, αποξηραμένος (α. «τῆς δὲ νῡν χέρσου τῆς ἀμπέλου», πάπ.
β. «χέρσος λιμήν», Ανθ. Παλ.)
2. (για γυναίκα) αυτή που δεν έκανε παιδιά, άγονη, στείρα, στέρφα
3. (με γεν.) στερημένος από κάτι, κενός, άδειος («πυρὰ χέρσος ἀγλαϊσμάτων», Ευρ.)
4. το θηλ. ως ουσ. ἡ χέρσος
ακαλλιέργητος τόπος
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ χέρσα
έρημα μέρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. χέρσος ως επίθ. (βλ. ουσ. χέρσος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χέρσος, -η — και α, ο άγονος, ακαλλιέργητος: Έφυγαν τα παιδιά μας από το χωριό και έμειναν τα περισσότερα χωράφια χέρσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χέρσος — dry land fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρσος — [хэрсос] ас невозделанный, необработанный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • χέρσω — χέρσος dry land fem nom/voc/acc dual χέρσος dry land fem gen sg (doric aeolic) χερσόω make into dry land pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) χερσόω make into dry land imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρρον — χέρσος dry land fem acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρρων — χέρσος dry land fem gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρσοιο — χέρσος dry land fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρσοις — χέρσος dry land fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρσοισι — χέρσος dry land fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χέρσον — χέρσος dry land fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.